δημοσιεύω
•
- ενεργώ έτσι ώστε ένα κείμενο, άρθρο, αγγελία ή άλλη καταχώριση να εκτυπωθεί και να περιληφθεί σε έντυπη έκδοση, ώστε να γίνει προσιτό στο κοινό Βικιλεξικό
- Στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας δημοσιεύτηκε η αναγγελία των γάμων τους.
Ετυμολογία
δημοσιεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημοσιεύω < δημόσιος < δῆμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂mos < *deh₂- (διαιρώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημοσιεύω | δημοσιεύεις | δημοσιεύει | δημοσιεύουμε | δημοσιεύετε | δημοσιεύουν / δημοσιεύουνε |
| Παρατατικός | δημοσίευα | δημοσίευες | δημοσίευε | δημοσιεύαμε | δημοσιεύατε | δημοσίευαν / δημοσιεύαν / δημοσιεύανε |
| Αόριστος | δημοσίευσα | δημοσίευσες | δημοσίευσε | δημοσιεύσαμε | δημοσιεύσατε | δημοσίευσαν / δημοσιεύσαν / δημοσιεύσανε |
| Μέλλοντας | θα δημοσιεύσω / θα δημοσιεύω | θα δημοσιεύεις / θα δημοσιεύσεις | θα δημοσιεύει / θα δημοσιεύσει | θα δημοσιεύουμε / θα δημοσιεύσουμε | θα δημοσιεύετε / θα δημοσιεύσετε | θα δημοσιεύουν / θα δημοσιεύουνε / θα δημοσιεύσουν / θα δημοσιεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δημοσιεύσει | έχεις δημοσιεύσει | έχει δημοσιεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημοσιεύσει | είχες δημοσιεύσει | είχε δημοσιεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημοσιεύσει / να δημοσιεύσω / να δημοσιεύω | να έχεις δημοσιεύσει / να δημοσιεύεις / να δημοσιεύσεις | να έχει δημοσιεύσει / να δημοσιεύει / να δημοσιεύσει | να δημοσιεύουμε / να δημοσιεύσουμε | να δημοσιεύετε / να δημοσιεύσετε | να δημοσιεύουν / να δημοσιεύουνε / να δημοσιεύσουν / να δημοσιεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε δημοσιευμένο / δημοσίευε / δημοσίευσε | — | — | δημοσιεύετε / δημοσιεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δημοσιεύτηκαδημοσιεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →