δημοσιογραφικός
•
- που έχει σχέση με τη δημοσιογραφία ή τον δημοσιογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- Η βρετανική προπαγάνδα προώθησε αφειδώς τα έντυπα των φιλομοναρχικών, διαθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του δημοσιογραφικού χαρτιού για την ευόδωση της εξωτερικής της πολιτικής στα Βαλκάνια (Δημήτρης Σαπρανίδης, Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας: 3000 χρόνια αμφισβήτησης, εκδ. Ποταμός, 2001, σελ. 490)
Ετυμολογία
δημοσιογραφικός < δημοσιογράφος / δημοσιογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιογραφικός | δημοσιογραφική | δημοσιογραφικό |
| Γενική | δημοσιογραφικού | δημοσιογραφικής | δημοσιογραφικού |
| Αιτιατική | δημοσιογραφικό | δημοσιογραφική | δημοσιογραφικό |
| Κλητική | δημοσιογραφικέ | δημοσιογραφική | δημοσιογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιογραφικοί | δημοσιογραφικές | δημοσιογραφικά |
| Γενική | δημοσιογραφικών | δημοσιογραφικών | δημοσιογραφικών |
| Αιτιατική | δημοσιογραφικούς | δημοσιογραφικές | δημοσιογραφικά |
| Κλητική | δημοσιογραφικοί | δημοσιογραφικές | δημοσιογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →