Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιονομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη δημοσιονομία ή τον δημοσιονόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιονομικός < δημοσιονομία / δημοσιονόμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιονομικόςδημοσιονομικήδημοσιονομικό
Γενικήδημοσιονομικούδημοσιονομικήςδημοσιονομικού
Αιτιατικήδημοσιονομικόδημοσιονομικήδημοσιονομικό
Κλητικήδημοσιονομικέδημοσιονομικήδημοσιονομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιονομικοίδημοσιονομικέςδημοσιονομικά
Γενικήδημοσιονομικώνδημοσιονομικώνδημοσιονομικών
Αιτιατικήδημοσιονομικούςδημοσιονομικέςδημοσιονομικά
Κλητικήδημοσιονομικοίδημοσιονομικέςδημοσιονομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →