δημοσιονομικός
•
- σχετικός με τη δημοσιονομία ή τον δημοσιονόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσιονομικός < δημοσιονομία / δημοσιονόμος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιονομικός | δημοσιονομική | δημοσιονομικό |
| Γενική | δημοσιονομικού | δημοσιονομικής | δημοσιονομικού |
| Αιτιατική | δημοσιονομικό | δημοσιονομική | δημοσιονομικό |
| Κλητική | δημοσιονομικέ | δημοσιονομική | δημοσιονομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιονομικοί | δημοσιονομικές | δημοσιονομικά |
| Γενική | δημοσιονομικών | δημοσιονομικών | δημοσιονομικών |
| Αιτιατική | δημοσιονομικούς | δημοσιονομικές | δημοσιονομικά |
| Κλητική | δημοσιονομικοί | δημοσιονομικές | δημοσιονομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →