δημοσιονόμος
•
- οικονομίαπου ασχολείται με τη δημοσιονομία, με τα δημόσια οικονομικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσιονόμος < δημόσι(ος) + -ο- + -νόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιονόμος | δημοσιονόμοι |
| Γενική | δημοσιονόμου | δημοσιονόμων |
| Αιτιατική | δημοσιονόμο | δημοσιονόμους |
| Κλητική | δημοσιονόμε | δημοσιονόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →