δημοτικός
•
- που ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ένα δήμο Βικιλεξικό
- δημοτικό διαμέρισμα, δημοτική αστυνομία
- Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.
- που είναι συλλογικό δημιούργημα του λαού και όχι (ενός επώνυμου δημιουργού)· που ανήκει στη λαϊκή παράδοση ή την ακολουθεί Βικιλεξικό
- δημοτικό τραγούδι, δημοτική μουσική
- για τη γλώσσα που μιλιέται ή για τη γραφή που χρησιμοποιείται από το λαό (και όχι από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα) Βικιλεξικό
- η δημοτική γλώσσα, η δημοτική αιγυπτιακή γραφή
Ετυμολογία
δημοτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημοτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοτικός | δημοτική | δημοτικό |
| Γενική | δημοτικού | δημοτικής | δημοτικού |
| Αιτιατική | δημοτικό | δημοτική | δημοτικό |
| Κλητική | δημοτικέ | δημοτική | δημοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοτικοί | δημοτικές | δημοτικά |
| Γενική | δημοτικών | δημοτικών | δημοτικών |
| Αιτιατική | δημοτικούς | δημοτικές | δημοτικά |
| Κλητική | δημοτικοί | δημοτικές | δημοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →