διάκονος
•
- χριστιανισμόςκληρικός με τον κατώτερο βαθμό ιεροσύνης Βικιλεξικό
- λόγιουπηρέτης (αυτός που υπηρετεί έναν σκοπό) Βικιλεξικό
- ... και νυν Διάκονο του μνημονισμού και της αντεργατικής ζάλης (από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 29 Οκτωβρίου 2010)
- Οπως τόνισα και στην ομιλία μου, θα είμαι διάκονος των Μανιατών του δήμου μου, υπηρετώντας με διαφάνεια και σεβασμό τους δημότες, που θα έχουν λόγο και άποψη μέσα από τις συναντήσεις μαζί τους στις τοπικές κοινότητες. (από την καθημερινή εφημερίδα της Καλαμάτας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 19 Δεκεμβρίου 2010)
Ετυμολογία
διάκονος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάκονος (αρχαία σημασία: υπηρέτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάκονος | διάκονοι |
| Γενική | διάκονου / διακόνου | διακόνων |
| Αιτιατική | διάκονο | διακόνους |
| Κλητική | διάκονε | διάκονοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →