Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακριτός

/ði̯a.kɾiˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να διακρίνεται, να γίνεται αντιληπτός Βικιλεξικό
    • Υπάρχει διακριτή διαφορά ανάμεσα στις θέσεις των δύο κομμάτων.
  2. μαθηματικάπου μπορεί να πάρει μια τιμή από έναν πεπερασμένο και προκαθορισμένο αριθμό τιμών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακριτός < διακρί(νω) + -τός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική distinct)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακριτόςδιακριτήδιακριτό
Γενικήδιακριτούδιακριτήςδιακριτού
Αιτιατικήδιακριτόδιακριτήδιακριτό
Κλητικήδιακριτέδιακριτήδιακριτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακριτοίδιακριτέςδιακριτά
Γενικήδιακριτώνδιακριτώνδιακριτών
Αιτιατικήδιακριτούςδιακριτέςδιακριτά
Κλητικήδιακριτοίδιακριτέςδιακριτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διάκριτος

/ˈði̯a.kri.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τεχνικός όροςπου ξεχωρίζει, ξεχωριστός, διακεκριμένος Βικιλεξικό
    • Το φάσμα συχνοτήτων ενός σύνθετου τόνου (π.χ. ενός ήχου από το πιάνο) αποτελείται από ένα σύνολο διάκριτων συχνοτήτων. Η χαμηλότερη από αυτές λέγεται θεμελιώδης, ενώ οι υψηλότερες λέγονται αρμονικές.

Ετυμολογία

διάκριτος νεολογισμός < διακριτός με μετακίνηση τόνου < διακρι- + κατάληξη ρηματικού επιθέου -τος : Η λέξη, πρόταση της ΕΛΕΤΟ για τη διάκριση των όρων διακριτός, διάκριτος, διακρίσιμος. (δείτε τη Συζήτηση:διάκριτος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάκριτοςδιάκριτηδιάκριτο
Γενικήδιάκριτουδιάκριτηςδιάκριτου
Αιτιατικήδιάκριτοδιάκριτηδιάκριτο
Κλητικήδιάκριτεδιάκριτηδιάκριτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάκριτοιδιάκριτεςδιάκριτα
Γενικήδιάκριτωνδιάκριτωνδιάκριτων
Αιτιατικήδιάκριτουςδιάκριτεςδιάκριτα
Κλητικήδιάκριτοιδιάκριτεςδιάκριτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →