διάσημο
•
- διακριτικό σήμα που απονέμεται σε κάποιον, προκειμένου να τιμηθεί Βικιλεξικό
- στην τοιχογραφία απεικονίζεται η μορφή ενός ώριμου άνδρα που φέρει αυτοκρατορικά ‘διάσημα' (πολυτελή λώρο πάνω από τον ανοιχτόχρωμο σάκκο, διάλιθο στέμμα) και κρατά σταυροφόρο σκήπτρο.
- Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3)
Ετυμολογία
διάσημο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διάσημος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική insigne)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάσημο | διάσημα |
| Γενική | διασήμου | διασήμων |
| Αιτιατική | διάσημο | διάσημα |
| Κλητική | διάσημο | διάσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →