Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάσημο

/ˈði̯a.si.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διακριτικό σήμα που απονέμεται σε κάποιον, προκειμένου να τιμηθεί Βικιλεξικό
    • στην τοιχογραφία απεικονίζεται η μορφή ενός ώριμου άνδρα που φέρει αυτοκρατορικά ‘διάσημα' (πολυτελή λώρο πάνω από τον ανοιχτόχρωμο σάκκο, διάλιθο στέμμα) και κρατά σταυροφόρο σκήπτρο.
    • Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3)

Ετυμολογία

διάσημο: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διάσημος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική insigne)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάσημοδιάσημα
Γενικήδιασήμουδιασήμων
Αιτιατικήδιάσημοδιάσημα
Κλητικήδιάσημοδιάσημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →