σήμα
•
- σχήμα ή άλλη οπτική ή ηχητική μέθοδος για την προβολή/εκπομπή ενός κωδικοποιημένου μηνύματος Βικιλεξικό
- μην ξεκινήσει κανείς πριν δοθεί το σήμα εκκίνησης
- πινακίδα τροχαίας Βικιλεξικό
- λογότυπο εταιρείας ή οργανισμού Βικιλεξικό
- συνεχής ακολουθία κωδικοποιημένων πληροφοριών υπό ή προς μετάδοση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάσύνδεση σε δίκτυο τηλεφωνίας, ικανότητα λήψης εκπομπής ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή άλλου είδους ηλεκτρομαγνητικής μετάδοσης από αντίστοιχη συσκευή λήψης Βικιλεξικό
- το κινητό μου δεν έχει σήμα
Ετυμολογία
σήμα < αρχαία ελληνική σῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σήμα | σήματα |
| Γενική | σήματος | σημάτων |
| Αιτιατική | σήμα | σήματα |
| Κλητική | σήμα | σήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →