διήθηση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διηθώ Βικιλεξικό
- ιατρικήη συγκέντρωση υγρών σε σημεία του σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διήθηση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική διηθέω / διηθῶ < ἠθέω / ἠθῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διήθηση | διηθήσεις |
| Γενική | διήθησης | διηθήσεων |
| Αιτιατική | διήθηση | διηθήσεις |
| Κλητική | διήθηση | διηθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →