Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβάθμιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάταξη σε μια σειρά σύμφωνα με κάποια κριτήρια Βικιλεξικό
    • Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ολόκορμος κυματισμός μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον πόθο. Σε έναν άλλο ίσως δημιουργήσει απώθηση και η αμέσως παρακάτω ή παραπάνω διαβάθμιση να του δημιουργήσει πόθο. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
  2. ειδικότερακατηγοριοποίηση ως προς τον βαθμό του απορρήτου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβάθμιση < μαρτυρείται από το 1838 στην καθαρεύουσα (διαβάθμισις)< διαβαθμίζω + -σις, ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική graduation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαβάθμισηδιαβαθμίσεις
Γενικήδιαβάθμισηςδιαβαθμίσεων
Αιτιατικήδιαβάθμισηδιαβαθμίσεις
Κλητικήδιαβάθμισηδιαβαθμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →