διαβαθμίζω
•
- κατατάσσω σε μια σειρά σύμφωνα με κάποια κριτήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβαθμίζω (μαρτυρείται από το 1892)< διά + βαθμός + -ίζω (απόδοση για τη γαλλική graduer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαβαθμίζω | διαβαθμίζεις | διαβαθμίζει | διαβαθμίζουμε | διαβαθμίζετε | διαβαθμίζουν / διαβαθμίζουνε |
| Παρατατικός | διαβάθμιζα | διαβάθμιζες | διαβάθμιζε | διαβαθμίζαμε | διαβαθμίζατε | διαβάθμιζαν / διαβαθμίζαν / διαβαθμίζανε |
| Αόριστος | διαβάθμισα | διαβάθμισες | διαβάθμισε | διαβαθμίσαμε | διαβαθμίσατε | διαβάθμισαν / διαβαθμίσαν / διαβαθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα διαβαθμίζω / θα διαβαθμίσω | θα διαβαθμίζεις / θα διαβαθμίσεις | θα διαβαθμίζει / θα διαβαθμίσει | θα διαβαθμίζουμε / θα διαβαθμίσουμε | θα διαβαθμίζετε / θα διαβαθμίσετε | θα διαβαθμίζουν / θα διαβαθμίζουνε / θα διαβαθμίσουν / θα διαβαθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαβαθμίσει | έχεις διαβαθμίσει | έχει διαβαθμίσει | έχουμε διαβαθμίσει | έχετε διαβαθμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαβαθμίσει | είχες διαβαθμίσει | είχε διαβαθμίσει | είχαμε διαβαθμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαβαθμίσει / να διαβαθμίζω / να διαβαθμίσω | να έχεις διαβαθμίσει / να διαβαθμίζεις / να διαβαθμίσεις | να έχει διαβαθμίσει / να διαβαθμίζει / να διαβαθμίσει | να έχουμε διαβαθμίσει / να διαβαθμίζουμε / να διαβαθμίσουμε | να έχετε διαβαθμίσει / να διαβαθμίζετε / να διαβαθμίσετε | να διαβαθμίζουν / να διαβαθμίζουνε / να διαβαθμίσουν / να διαβαθμίσουνε |
| Προστακτική | — | διαβάθμιζε / διαβάθμισε | — | — | διαβαθμίζετε / διαβαθμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →