διαβασμένος
•
- που έχει διαβαστεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει μελετήσει ένα θέμα Βικιλεξικό
- ήρθε καλά διαβασμένος στη συνάντηση
- το παιδί πάει πάντα διαβασμένο στο σχολείο
Ετυμολογία
διαβασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαβάζω
Άλλοι τύποι
διαβασμέναδιαβασμένεδιαβασμένεςδιαβασμένηδιαβασμένηςδιαβασμένοδιαβασμένοιδιαβασμένοςδιαβασμένουδιαβασμένουςδιαβασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →