διαβιβάζω
•
- στέλνω μήνυμα, έγγραφο, πληροφορίες σε κάποιον μέσω άλλου προσώπου, άλλης οργάνωσης (πχ. υπηρεσίας), κλπ. Βικιλεξικό
- ο αξιωματικός διαβίβασε υπηρεσιακό έγγραφο προς τους αρμόδιους, ζητώντας να πάρουν τα εξής μέτρα...
- μεταδίδω πληροφορίες, μήνυμα κλπ. εκ μέρους κάποιου Βικιλεξικό
- ο εκπρόσωπος της οργάνωσης διαβίβασε τους χαιρετισμούς του προέδρου της στο ακροατήριο
Ετυμολογία
διαβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαβιβάζω < δια- + βιβάζω
Άλλοι τύποι
διαβίβασαδιαβιβάζομαιδιαβιβάστηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →