διαβρωσιγενής
•
- που έχει σχέση με τη διάβρωση, προέρχεται ή σχηματίζεται απ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβρωσιγενής < διάβρωση + -γενής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβρωσιγενής | διαβρωσιγενής | διαβρωσιγενές |
| Γενική | διαβρωσιγενούς | διαβρωσιγενούς | διαβρωσιγενούς |
| Αιτιατική | διαβρωσιγενή | διαβρωσιγενή | διαβρωσιγενές |
| Κλητική | διαβρωσιγενή / διαβρωσιγενής | διαβρωσιγενής | διαβρωσιγενές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβρωσιγενείς | διαβρωσιγενείς | διαβρωσιγενή |
| Γενική | διαβρωσιγενών | διαβρωσιγενών | διαβρωσιγενών |
| Αιτιατική | διαβρωσιγενείς | διαβρωσιγενείς | διαβρωσιγενή |
| Κλητική | διαβρωσιγενείς | διαβρωσιγενείς | διαβρωσιγενή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →