Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαβρωσιγενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διάβρωση, προέρχεται ή σχηματίζεται απ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαβρωσιγενής < διάβρωση + -γενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβρωσιγενήςδιαβρωσιγενήςδιαβρωσιγενές
Γενικήδιαβρωσιγενούςδιαβρωσιγενούςδιαβρωσιγενούς
Αιτιατικήδιαβρωσιγενήδιαβρωσιγενήδιαβρωσιγενές
Κλητικήδιαβρωσιγενή / διαβρωσιγενήςδιαβρωσιγενήςδιαβρωσιγενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαβρωσιγενείςδιαβρωσιγενείςδιαβρωσιγενή
Γενικήδιαβρωσιγενώνδιαβρωσιγενώνδιαβρωσιγενών
Αιτιατικήδιαβρωσιγενείςδιαβρωσιγενείςδιαβρωσιγενή
Κλητικήδιαβρωσιγενείςδιαβρωσιγενείςδιαβρωσιγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →