διαγνωστική
•
- ιατρικήιατρικός κλάδος που έχει σαν αντικείμενό του τη διάγνωση ασθενειών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγνωστική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου διαγνωστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαγνωστική | διαγνωστικές |
| Γενική | διαγνωστικής | διαγνωστικών |
| Αιτιατική | διαγνωστική | διαγνωστικές |
| Κλητική | διαγνωστική | διαγνωστικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →