διάγνωση
•
- η κατάληξη σε κάποιο συμπέρασμα βάσει σχετικών υποθέσεων και ενδείξεων Βικιλεξικό
- ειδικότεραη εύρεση της ασθένειας ενός ασθενή βάσει των συμπτωμάτων που αυτός παρουσιάζει και των σχετικών ενδείξεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάγνωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάγνωσις < διαγιγνώσκω < διά- + γιγνώσκω. Συγχρονικά αναλύεται σε διά- + γνώση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάγνωση | διαγνώσεις |
| Γενική | διάγνωσης | διαγνώσεων |
| Αιτιατική | διάγνωση | διαγνώσεις |
| Κλητική | διάγνωση | διαγνώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →