διαδοχικός
•
- για μια σειρά στοιχείων (πραγμάτων, ενεργειών, καταστάσεων) όπου το ένα ακολουθεί, διαδέχεται το άλλο Βικιλεξικό
- παρωχημένοο σχετικός με τον διάδοχο μοναρχίας Βικιλεξικό
- Ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ληφθέντα ἀπὸ τὸ Σεράγεβον ἀγγέλλουν τὴν δολοφονίαν τοῦ 'Διαδοχικοῦ ζεύγους τῆς Αὐστροουγγαρίας καθ' ἣν στιγμὴν μετέβαινε ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὸ Δημαρχεῖον. — εφημερίδα «Ακρόπολις» φύλλο 10615, 16/29 Ιουνίου 1914, σελ. 6
Ετυμολογία
διαδοχικός < διαδοχ(ή) + ικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική successif. Διαφορετικό το όψιμο ελληνιστικό ή μεσαιωνικό διαδοχικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδοχικός | διαδοχική | διαδοχικό |
| Γενική | διαδοχικού | διαδοχικής | διαδοχικού |
| Αιτιατική | διαδοχικό | διαδοχική | διαδοχικό |
| Κλητική | διαδοχικέ | διαδοχική | διαδοχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαδοχικοί | διαδοχικές | διαδοχικά |
| Γενική | διαδοχικών | διαδοχικών | διαδοχικών |
| Αιτιατική | διαδοχικούς | διαδοχικές | διαδοχικά |
| Κλητική | διαδοχικοί | διαδοχικές | διαδοχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →