Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαδοχικός

/ði̯a.ðo.çiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για μια σειρά στοιχείων (πραγμάτων, ενεργειών, καταστάσεων) όπου το ένα ακολουθεί, διαδέχεται το άλλο Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοο σχετικός με τον διάδοχο μοναρχίας Βικιλεξικό
    • Ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ληφθέντα ἀπὸ τὸ Σεράγεβον ἀγγέλλουν τὴν δολοφονίαν τοῦ 'Διαδοχικοῦ ζεύγους τῆς Αὐστροουγγαρίας καθ' ἣν στιγμὴν μετέβαινε ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὸ Δημαρχεῖον. — εφημερίδα «Ακρόπολις» φύλλο 10615, 16/29 Ιουνίου 1914, σελ. 6

Ετυμολογία

διαδοχικός < διαδοχ(ή) + ικός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική successif. Διαφορετικό το όψιμο ελληνιστικό ή μεσαιωνικό διαδοχικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαδοχικόςδιαδοχικήδιαδοχικό
Γενικήδιαδοχικούδιαδοχικήςδιαδοχικού
Αιτιατικήδιαδοχικόδιαδοχικήδιαδοχικό
Κλητικήδιαδοχικέδιαδοχικήδιαδοχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαδοχικοίδιαδοχικέςδιαδοχικά
Γενικήδιαδοχικώνδιαδοχικώνδιαδοχικών
Αιτιατικήδιαδοχικούςδιαδοχικέςδιαδοχικά
Κλητικήδιαδοχικοίδιαδοχικέςδιαδοχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →