διάδοχος
•
- ο επόμενος σε μια σειρά διαδοχής, αυτός που αναμένεται να διαδεχτεί ή έχει διαδεχτεί Βικιλεξικό
- ο διάδοχος του θρόνου
- ο παραιτηθείς υπουργός παρέδωσε το υπουργείο στο διάδοχό του.
- οικείοο πρωτότοκος γιος Βικιλεξικό
- τι χαζομπαμπάς! όλο με το διάδοχο ασχολείται
Ετυμολογία
διάδοχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάδοχος < διαδέχομαι :* για το ουσιασικό < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάδοχος, ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου διάδοχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάδοχος | διάδοχοι |
| Γενική | διαδόχου | διαδόχων |
| Αιτιατική | διάδοχο | διαδόχους |
| Κλητική | διάδοχε | διάδοχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →