Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαδοχολογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςπαρασκηνιακές συζητήσεις και διαβουλεύσεις για τη διαδοχή κάποιου στο αξίωμα που κατέχει Βικιλεξικό
    • Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)

Ετυμολογία

διαδοχολογία < διάδοχ(ος) + -ο- + -λογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαδοχολογίαδιαδοχολογίες
Γενικήδιαδοχολογίαςδιαδοχολογιών
Αιτιατικήδιαδοχολογίαδιαδοχολογίες
Κλητικήδιαδοχολογίαδιαδοχολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →