Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαθέτω

ρήμα
•
  1. έχω, κατέχω Βικιλεξικό
    • ο Χ διαθέτει ρητορική δεινότητα και πειθώ
  2. παρέχω, προσφέρω κάτι για χρήση Βικιλεξικό
    • ο Γιώργος μάς διέθεσε και το αυτοκίνητό του όσο μας φιλοξενούσε
    • Η βρετανική προπαγάνδα προώθησε αφειδώς τα έντυπα των φιλομοναρχικών, διαθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του δημοσιογραφικού χαρτιού για την ευόδωση της εξωτερικής της πολιτικής στα Βαλκάνια (Δημήτρης Σαπρανίδης, Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας: 3000 χρόνια αμφισβήτησης, εκδ. Ποταμός, 2001, σελ. 490)
  3. πωλώ Βικιλεξικό
    • η εταιρεία μας διαθέτει στο εμπόριο αναψυκτικά
  4. ξοδεύω Βικιλεξικό
    • διαθέσαμε δύο χιλιάδες για τα πρώτα έξοδα

Ετυμολογία

διαθέτω < διά + θέτω (πβ. αρχαία ελληνική διατίθημι) < αρχαία ελληνική τίθημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαθέτωδιαθέτειςδιαθέτειδιαθέτουμεδιαθέτετεδιαθέτουν / διαθέτουνε
Παρατατικόςδιέθεταδιέθετεςδιέθετεδιαθέταμεδιαθέτατεδιέθεταν / διαθέταν / διαθέτανε
Αόριστοςδιέθεσαδιέθεσεςδιέθεσεδιαθέσαμεδιαθέσατεδιέθεσαν / διαθέσαν / διαθέσανε
Μέλλονταςθα διαθέσω / θα διαθέτωθα διαθέσεις / θα διαθέτειςθα διαθέσει / θα διαθέτειθα διαθέσουμε / θα διαθέτουμεθα διαθέσετε / θα διαθέτετεθα διαθέσουν / θα διαθέσουνε / θα διαθέτουν / θα διαθέτουνε
Παρακείμενοςέχω διαθέσειέχεις διαθέσειέχει διαθέσειέχουμε διαθέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διαθέσειείχες διαθέσειείχε διαθέσειείχαμε διαθέσει——
Υποτακτικήνα έχω διαθέσει / να διαθέσω / να διαθέτωνα έχεις διαθέσει / να διαθέσεις / να διαθέτειςνα έχει διαθέσει / να διαθέσει / να διαθέτεινα έχουμε διαθέσει / να διαθέσουμε / να διαθέτουμενα διαθέσετε / να διαθέτετενα διαθέσουν / να διαθέσουνε / να διαθέτουν / να διαθέτουνε
Προστακτική—έχε διατεθειμένο / διέθεσε / διέθετε——διαθέστε / διαθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →