προδιαθέτω
•
- λόγιοέχω από πριν διαμορφωμένη μια συγκεκριμένη ψυχική ή σωματική διάθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προδιαθέτω (μαρτυρείται από το 1766)< (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προδιατίθημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →