Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακηρυκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με διακήρυξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακηρυκτικός < ελληνιστική κοινή διακηρυκτικός < διακηρύσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακηρυκτικόςδιακηρυκτικήδιακηρυκτικό
Γενικήδιακηρυκτικούδιακηρυκτικήςδιακηρυκτικού
Αιτιατικήδιακηρυκτικόδιακηρυκτικήδιακηρυκτικό
Κλητικήδιακηρυκτικέδιακηρυκτικήδιακηρυκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιακηρυκτικοίδιακηρυκτικέςδιακηρυκτικά
Γενικήδιακηρυκτικώνδιακηρυκτικώνδιακηρυκτικών
Αιτιατικήδιακηρυκτικούςδιακηρυκτικέςδιακηρυκτικά
Κλητικήδιακηρυκτικοίδιακηρυκτικέςδιακηρυκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →