διακηρύσσω
•
- κάνω γνωστή σε όλους με τρόπο σαφή και επίσημο μια θέση, άποψη, πίστη, απόφασή μου κλπ· (ιδιαίτερα για ό,τι είναι σχετικό με αξίες, ιδεώδη ή την προσωπική αξιοπρέπεια κάποιου) Βικιλεξικό
- δηλώνω κάτι επανειλημμένα και έντονα, κατά τρόπο υπερβολικό και ενοχλητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακηρύσσω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακηρύσσω < αρχαία ελληνική δια- + αρχαία ελληνική κηρύσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική proclamer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακηρύσσω | διακηρύσσεις | διακηρύσσει | διακηρύσσουμε | διακηρύσσετε | διακηρύσσουν / διακηρύσσουνε |
| Παρατατικός | διακήρυσσα | διακήρυσσες | διακήρυσσε | διακηρύσσαμε | διακηρύσσατε | διακήρυσσαν / διακηρύσσαν / διακηρύσσανε |
| Αόριστος | διακήρυξα | διακήρυξες | διακήρυξε | διακηρύξαμε | διακηρύξατε | διακήρυξαν / διακηρύξαν / διακηρύξανε |
| Μέλλοντας | θα διακηρύξω / θα διακηρύσσω | θα διακηρύξεις / θα διακηρύσσεις | θα διακηρύξει / θα διακηρύσσει | θα διακηρύξουμε / θα διακηρύσσουμε | θα διακηρύξετε / θα διακηρύσσετε | θα διακηρύξουν / θα διακηρύξουνε / θα διακηρύσσουν / θα διακηρύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακηρύξει | έχεις διακηρύξει | έχει διακηρύξει | έχουμε διακηρύξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακηρύξει | είχες διακηρύξει | είχε διακηρύξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακηρύξει / να διακηρύξω / να διακηρύσσω | να έχεις διακηρύξει / να διακηρύξεις / να διακηρύσσεις | να έχει διακηρύξει / να διακηρύξει / να διακηρύσσει | να έχουμε διακηρύξει / να διακηρύξουμε / να διακηρύσσουμε | να διακηρύξετε / να διακηρύσσετε | να διακηρύξουν / να διακηρύξουνε / να διακηρύσσουν / να διακηρύσσουνε |
| Προστακτική | — | διακήρυξε / διακήρυσσε | — | — | διακηρύξτε / διακηρύσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακηρύχτηκαδιακηρύσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →