διακλάδωση
•
- βοτανικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
- ανατομίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
- πληροφορικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακλάδωση < (μαρτυρείται από το 1843) 'καθαρεύουσα: διακλάδωσις < θέμα διακλαδω- ή όπως σε ρήμα διακλαδώ(νομαι) ή από ρήμα διακλαδοῦμαι + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική branchement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακλάδωση | διακλαδώσεις |
| Γενική | διακλάδωσης | διακλαδώσεων |
| Αιτιατική | διακλάδωση | διακλαδώσεις |
| Κλητική | διακλάδωση | διακλαδώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →