Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διακλάδωση

/ðiaˈkla.ðo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
  2. ανατομίαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακλαδώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διακλάδωση < (μαρτυρείται από το 1843) 'καθαρεύουσα: διακλάδωσις < θέμα διακλαδω- ή όπως σε ρήμα διακλαδώ(νομαι) ή από ρήμα διακλαδοῦμαι + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική branchement)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιακλάδωσηδιακλαδώσεις
Γενικήδιακλάδωσηςδιακλαδώσεων
Αιτιατικήδιακλάδωσηδιακλαδώσεις
Κλητικήδιακλάδωσηδιακλαδώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →