διακομιδή
•
- η μεταφορά Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διακομίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακομιδή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακομιδή < διακομίζω < δια- + κομίζω με θέμα κομιδ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διακομιδή | διακομιδές |
| Γενική | διακομιδής | διακομιδών |
| Αιτιατική | διακομιδή | διακομιδές |
| Κλητική | διακομιδή | διακομιδές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →