προσκομιδή
•
- η πράξη του να προσκομίζω. Βικιλεξικό
- θρησκείαη πράξη της προετοιμασίας των τίμιων δώρων για τη Θεία Ευχαριστία. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσκομιδή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσκομιδή < αρχαία ελληνική προσκομίζω (προσ-κομίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προσκομιδή | προσκομιδές |
| Γενική | προσκομιδής | προσκομιδών |
| Αιτιατική | προσκομιδή | προσκομιδές |
| Κλητική | προσκομιδή | προσκομιδές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →