Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσκομιδή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πράξη του να προσκομίζω. Βικιλεξικό
  2. θρησκείαη πράξη της προετοιμασίας των τίμιων δώρων για τη Θεία Ευχαριστία. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσκομιδή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προσκομιδή < αρχαία ελληνική προσκομίζω (προσ-κομίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσκομιδήπροσκομιδές
Γενικήπροσκομιδήςπροσκομιδών
Αιτιατικήπροσκομιδήπροσκομιδές
Κλητικήπροσκομιδήπροσκομιδές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →