διακυβεύω
•
- λόγιοαφήνω ένα γεγονός να εξελιχθεί και να διαμορφωθεί από εξωτερικούς παράγοντες χωρίς να συμμετέχω, σαν να το «παίζω στα ζάρια», με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η αίσια έκβασή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακυβεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διακυβεύω < διά (δια-) + κυβεύω < κύβος (ζάρι)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακυβεύω | διακυβεύεις | διακυβεύει | διακυβεύουμε | διακυβεύετε | διακυβεύουν / διακυβεύουνε |
| Παρατατικός | διακύβευα | διακύβευες | διακύβευε | διακυβεύαμε | διακυβεύατε | διακυβεύαν / διακυβεύανε / διακύβευαν |
| Αόριστος | διακύβευσα | διακύβευσες | διακύβευσε | διακυβεύσαμε | διακυβεύσατε | διακυβεύσαν / διακυβεύσανε / διακύβευσαν |
| Μέλλοντας | θα διακυβεύσω / θα διακυβεύω | θα διακυβεύεις / θα διακυβεύσεις | θα διακυβεύει / θα διακυβεύσει | θα διακυβεύουμε / θα διακυβεύσουμε | θα διακυβεύετε / θα διακυβεύσετε | θα διακυβεύουν / θα διακυβεύουνε / θα διακυβεύσουν / θα διακυβεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακυβεύσει | έχεις διακυβεύσει | έχει διακυβεύσει | έχουμε διακυβεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακυβεύσει | είχες διακυβεύσει | είχε διακυβεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακυβεύσει / να διακυβεύσω / να διακυβεύω | να έχεις διακυβεύσει / να διακυβεύεις / να διακυβεύσεις | να έχει διακυβεύσει / να διακυβεύει / να διακυβεύσει | να έχουμε διακυβεύσει / να διακυβεύουμε / να διακυβεύσουμε | να διακυβεύετε / να διακυβεύσετε | να διακυβεύουν / να διακυβεύουνε / να διακυβεύσουν / να διακυβεύσουνε |
| Προστακτική | — | διακύβευε / διακύβευσε | — | — | διακυβεύετε / διακυβεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακυβεύτηκεδιακυβεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →