διακυμαίνομαι
•
- παρουσιάζω διακυμάνσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακυμαίνομαι < ελληνιστική κοινή διακυμαίνω < δια- + αρχαία ελληνική κῦμα < κύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱewh₁- (διογκώνομαι, φουσκώνω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fluctuer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακυμαίνομαι | διακυμαίνεσαι | διακυμαίνεται | διακυμαινόμαστε | διακυμαίνεστε | διακυμαίνονται |
| Παρατατικός | διακυμαινόμουν / διακυμαινόμουνα | διακυμαινόσουν / διακυμαινόσουνα | διακυμαινόταν / διακυμαινότανε | διακυμαινόμασταν / διακυμαινόμαστε | διακυμαινόσασταν / διακυμαινόσαστε | διακυμαίνονταν / διακυμαινόντουσαν |
| Αόριστος | διακυμάνθηκα | διακυμάνθηκες | διακυμάνθηκε | διακυμανθήκαμε | διακυμανθήκατε | διακυμάνθηκαν / διακυμανθήκαν / διακυμανθήκανε |
| Μέλλοντας | θα διακυμαίνομαι / θα διακυμανθώ | θα διακυμαίνεσαι / θα διακυμανθείς | θα διακυμαίνεται / θα διακυμανθεί | θα διακυμαινόμαστε / θα διακυμανθούμε | θα διακυμαίνεστε / θα διακυμανθείτε | θα διακυμαίνονται / θα διακυμανθούν / θα διακυμανθούνε |
| Παρακείμενος | έχω διακυμανθεί | έχεις διακυμανθεί | έχει διακυμανθεί | έχουμε διακυμανθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακυμανθεί | είχες διακυμανθεί | είχε διακυμανθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακυμανθεί / να διακυμαίνομαι / να διακυμανθώ | να έχεις διακυμανθεί / να διακυμαίνεσαι / να διακυμανθείς | να έχει διακυμανθεί / να διακυμαίνεται / να διακυμανθεί | να έχουμε διακυμανθεί / να διακυμαινόμαστε / να διακυμανθούμε | να διακυμαίνεστε / να διακυμανθείτε | να διακυμαίνονται / να διακυμανθούν / να διακυμανθούνε |
| Προστακτική | — | διακυμάνσου | — | — | διακυμαίνεστε / διακυμανθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →