διαλευκαίνω
•
- με παρατήρηση και έρευνα εντοπίζω τον ένοχο και τα αίτια και εξιχνιάζω ένα έγκλημα, μυστήριο ή μια υπόθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλευκαίνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαλευκαίνω < αρχαία ελληνική δια- + λευκαίνω < λευκός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαλευκαίνω | διαλευκαίνεις | διαλευκαίνει | διαλευκαίνουμε | διαλευκαίνετε | διαλευκαίνουν / διαλευκαίνουνε |
| Παρατατικός | διαλεύκαινα | διαλεύκαινες | διαλεύκαινε | διαλευκαίναμε | διαλευκαίνατε | διαλευκαίναν / διαλευκαίνανε / διαλεύκαιναν |
| Αόριστος | διαλεύκανα | διαλεύκανες | διαλεύκανε | διαλευκάναμε | διαλευκάνατε | διαλευκάναν / διαλευκάνανε / διαλεύκαναν |
| Μέλλοντας | θα διαλευκάνω / θα διαλευκαίνω | θα διαλευκάνεις / θα διαλευκαίνεις | θα διαλευκάνει / θα διαλευκαίνει | θα διαλευκάνουμε / θα διαλευκαίνουμε | θα διαλευκάνετε / θα διαλευκαίνετε | θα διαλευκάνουν / θα διαλευκάνουνε / θα διαλευκαίνουν / θα διαλευκαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαλευκάνει | έχεις διαλευκάνει | έχει διαλευκάνει | έχουμε διαλευκάνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαλευκάνει | είχες διαλευκάνει | είχε διαλευκάνει | είχαμε διαλευκάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαλευκάνει / να διαλευκάνω / να διαλευκαίνω | να έχεις διαλευκάνει / να διαλευκάνεις / να διαλευκαίνεις | να έχει διαλευκάνει / να διαλευκάνει / να διαλευκαίνει | να έχουμε διαλευκάνει / να διαλευκάνουμε / να διαλευκαίνουμε | να διαλευκάνετε / να διαλευκαίνετε | να διαλευκάνουν / να διαλευκάνουνε / να διαλευκαίνουν / να διαλευκαίνουνε |
| Προστακτική | — | διαλεύκαινε / διαλεύκανε | — | — | διαλευκάνετε / διαλευκαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαλευκάνθηκαδιαλευκαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →