Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλευκαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διαλεύκανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλευκαντικός < διαλευκαίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλευκαντικόςδιαλευκαντικήδιαλευκαντικό
Γενικήδιαλευκαντικούδιαλευκαντικήςδιαλευκαντικού
Αιτιατικήδιαλευκαντικόδιαλευκαντικήδιαλευκαντικό
Κλητικήδιαλευκαντικέδιαλευκαντικήδιαλευκαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλευκαντικοίδιαλευκαντικέςδιαλευκαντικά
Γενικήδιαλευκαντικώνδιαλευκαντικώνδιαλευκαντικών
Αιτιατικήδιαλευκαντικούςδιαλευκαντικέςδιαλευκαντικά
Κλητικήδιαλευκαντικοίδιαλευκαντικέςδιαλευκαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →