διαλευκαντικός
•
- που έχει σχέση με τη διαλεύκανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλευκαντικός < διαλευκαίνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλευκαντικός | διαλευκαντική | διαλευκαντικό |
| Γενική | διαλευκαντικού | διαλευκαντικής | διαλευκαντικού |
| Αιτιατική | διαλευκαντικό | διαλευκαντική | διαλευκαντικό |
| Κλητική | διαλευκαντικέ | διαλευκαντική | διαλευκαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαλευκαντικοί | διαλευκαντικές | διαλευκαντικά |
| Γενική | διαλευκαντικών | διαλευκαντικών | διαλευκαντικών |
| Αιτιατική | διαλευκαντικούς | διαλευκαντικές | διαλευκαντικά |
| Κλητική | διαλευκαντικοί | διαλευκαντικές | διαλευκαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →