αδιαλεύκαντος
•
- που δεν τον έχουν διαλευκάνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αδιαλεύκαντος < α- στερητικό + (διαλευκαίνω) διαλευκαν- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαλεύκαντος | αδιαλεύκαντη | αδιαλεύκαντο |
| Γενική | αδιαλεύκαντου | αδιαλεύκαντης | αδιαλεύκαντου |
| Αιτιατική | αδιαλεύκαντο | αδιαλεύκαντη | αδιαλεύκαντο |
| Κλητική | αδιαλεύκαντε | αδιαλεύκαντη | αδιαλεύκαντο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αδιαλεύκαντοι | αδιαλεύκαντες | αδιαλεύκαντα |
| Γενική | αδιαλεύκαντων | αδιαλεύκαντων | αδιαλεύκαντων |
| Αιτιατική | αδιαλεύκαντους | αδιαλεύκαντες | αδιαλεύκαντα |
| Κλητική | αδιαλεύκαντοι | αδιαλεύκαντες | αδιαλεύκαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →