διαμένων
•
- λόγιοπου διαμένει / κατοικεί κάπου, χωρίς να προσδιορίζεται αν του ανήκει η γη, το κτίσμα ή ο τόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμένων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαμένων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διαμένω < διά + μένω
Άλλοι τύποι
διαμένονδιαμένονταδιαμένοντεςδιαμένοντοςδιαμένουσαδιαμένουσαςδιαμένουσεςδιαμένωνδιαμενουσώνδιαμενούσηςδιαμενόντωνονουσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →