διαμένω
•
- λόγιομένω κάπου, κατοικώ Βικιλεξικό
- ..διέμενε, μαζί με τη γυναίκα του Νάνσυ και την κόρη του Πηνελόπη, στην παραλία, στην οδό Ναυαρίνου, επάνω στο κυμοθάλασσο, όπως έλεγε η Μαρία (Νέα Εστία, τεύχη 1650-1654, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1996, σελ. 742)
Ετυμολογία
διαμένω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαμένω (παραμένω) < δια- + μένω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική résider)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμένω | διαμένεις | διαμένει | διαμένουμε | διαμένετε | διαμένουν / διαμένουνε |
| Παρατατικός | διέμενα | διέμενες | διέμενε | διαμέναμε | διαμένατε | διέμεναν / διαμέναν / διαμένανε |
| Αόριστος | διέμεινα | διέμεινες | διέμεινε | διαμείναμε | διαμείνατε | διέμειναν / διαμείναν / διαμείνανε |
| Μέλλοντας | θα διαμένω / θα διαμείνω | θα διαμένεις / θα διαμείνεις | θα διαμένει / θα διαμείνει | θα διαμένουμε / θα διαμείνουμε | θα διαμένετε / θα διαμείνετε | θα διαμένουν / θα διαμένουνε / θα διαμείνουν / θα διαμείνουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμείνει | έχεις διαμείνει | έχει διαμείνει | έχουμε διαμείνει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμείνει | είχες διαμείνει | είχε διαμείνει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμείνει / να διαμένω / να διαμείνω | να έχεις διαμείνει / να διαμένεις / να διαμείνεις | να έχει διαμείνει / να διαμένει / να διαμείνει | να έχουμε διαμείνει / να διαμένουμε / να διαμείνουμε | να διαμένετε / να διαμείνετε | να διαμένουν / να διαμένουνε / να διαμείνουν / να διαμείνουνε |
| Προστακτική | — | διάμεινε / διάμενε | — | — | διαμένετε / διαμείντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →