διαμαρτυρόμενος
•
- θρησκείαπιστός κάποιου εκ των δογμάτων που αποσχίστηκαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία Βικιλεξικό
- Σύμφωνα με μετρήσεις της Παγκόσμιας Κίνησης Εκκλησιών το 2013 στον κόσμο ζούσαν 325 εκατ. λουθηρανοί διαμαρτυρόμενοι, 584 εκατ. καθολικοί και 125 εκατ. ορθόδοξοι. (*)
Ετυμολογία
διαμαρτυρόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτύρομαι # διαμαρτυρόμενος (θρησκεία) < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος διαμαρτύρομαι (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική protestant)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμαρτυρόμενη / διαμαρτυρόμενος / διαμαρτυρόμενο | διαμαρτυρόμενες / διαμαρτυρόμενοι / διαμαρτυρόμενα |
| Γενική | διαμαρτυρόμενης / διαμαρτυρόμενου / διαμαρτυρόμενου | διαμαρτυρόμενων / διαμαρτυρόμενων / διαμαρτυρόμενων |
| Αιτιατική | διαμαρτυρόμενη / διαμαρτυρόμενο / διαμαρτυρόμενο | διαμαρτυρόμενες / διαμαρτυρόμενους / διαμαρτυρόμενα |
| Κλητική | διαμαρτυρόμενη / διαμαρτυρόμενε / διαμαρτυρόμενο | διαμαρτυρόμενες / διαμαρτυρόμενοι / διαμαρτυρόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →