Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμαρτύρομαι

/ðʝa.maɾˈti.ɾo.me/ρήμα
•
  1. αποδοκιμάζω (έμπρακτα ή με λόγια) κάτι που θεωρώ άδικο και εκφράζω την αντίθεσή μου σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Αυτός, όμως, ο αδιάφορος, ο θυμωμένος, ο αναποφάσιστος, ο ωχαδερφιστής, ο πολίτης, που αφήνει τους «άλλους» να αποφασίσουν γι’ αυτόν, σε λίγους μήνες από σήμερα θα ζητά από το Δήμαρχο και τον Περιφερειάρχη καλύτερους δρόμους, περισσότερες παροχές, κάθε είδους εξυπηρετήσεις, ίσως θα βρίζει, θα διαμαρτύρεται, θα λέει ότι είναι αδικημένος, θα κάνει κριτική. (Οι «ψεύτικες νίκες» και οι ηγέτες της αποχής, serreslife.gr, ανακτήθηκε στις 14/8/2025 https://www.serreslife.gr/%CE%B1%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%83/20863-%CE%BF%CE%B9-%C2%AB%CF%88%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82%C2%BB-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B7%CE%B3%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82.html)

Ετυμολογία

διαμαρτύρομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαμαρτύρομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →