Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάρτυρας

/ˈmaɾ.ti.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται Βικιλεξικό
    • αυτόπτης μάρτυρας
    • μπορώ να σου το διαβεβαιώσω, ήμουν μάρτυρας
  2. που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα Βικιλεξικό
    • ο δικαστής ρώτησε τους μάρτυρες
    • τι είπαν οι μαρτύροι; (λαϊκ. πληθυντικός του μεσαίωνα που όμως με άλλο τονισμό απαντά και στον Όμηρο: οι μάρτυροι)
  3. που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηπου ζει μέσα σε ταλαιπωρίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάρτυρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάρτυς : (βασανισμένος για τις πεποιθήσεις) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάρτυς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάρτυραςμάρτυρες
Γενικήμάρτυρα / μάρτυροςμαρτύρων
Αιτιατικήμάρτυραμάρτυρες
Κλητικήμάρτυραμάρτυρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →