μάρτυρας
•
- που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται Βικιλεξικό
- αυτόπτης μάρτυρας
- μπορώ να σου το διαβεβαιώσω, ήμουν μάρτυρας
- που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα Βικιλεξικό
- ο δικαστής ρώτησε τους μάρτυρες
- τι είπαν οι μαρτύροι; (λαϊκ. πληθυντικός του μεσαίωνα που όμως με άλλο τονισμό απαντά και στον Όμηρο: οι μάρτυροι)
- που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου ζει μέσα σε ταλαιπωρίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάρτυρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάρτυς : (βασανισμένος για τις πεποιθήσεις) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μάρτυς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάρτυρας | μάρτυρες |
| Γενική | μάρτυρα / μάρτυρος | μαρτύρων |
| Αιτιατική | μάρτυρα | μάρτυρες |
| Κλητική | μάρτυρα | μάρτυρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →