διαμαρτύρηση
•
- νομικός όροςκαταγγελία για την μη (έγκαιρη) πληρωμή μιας συναλλαγματικής ή ενός γραμματίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμαρτύρηση < διαμαρτυρώ, διαμαρτυρη- + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική protestation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμαρτύρηση | διαμαρτυρήσεις |
| Γενική | διαμαρτύρησης | διαμαρτυρήσεων |
| Αιτιατική | διαμαρτύρηση | διαμαρτυρήσεις |
| Κλητική | διαμαρτύρηση | διαμαρτυρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →