Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμελισμός

/ði̯a.me.liˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμελίζω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμελίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμελισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαμελισμός < διαμελίζω, διαμελισ- + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαμελισμόςδιαμελισμοί
Γενικήδιαμελισμούδιαμελισμών
Αιτιατικήδιαμελισμόδιαμελισμούς
Κλητικήδιαμελισμέδιαμελισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →