διαμελισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμελίζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμελίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμελισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαμελισμός < διαμελίζω, διαμελισ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμελισμός | διαμελισμοί |
| Γενική | διαμελισμού | διαμελισμών |
| Αιτιατική | διαμελισμό | διαμελισμούς |
| Κλητική | διαμελισμέ | διαμελισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →