διαμελίζω
•
- σκοτώνω, κομματιάζω ή αποσπώ με βίαιο τρόπο τα μέλη ενός ανθρώπου ή ζώου Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαλύω ένα κράτος (ή άλλο σύνολο) και το χωρίζω σε μικρότερα τμήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμελίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαμελίζω < δια- + μελίζω < αρχαία ελληνική μέλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mel- (μέλος, άκρο του σώματος)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμελίζω | διαμελίζεις | διαμελίζει | διαμελίζουμε | διαμελίζετε | διαμελίζουν / διαμελίζουνε |
| Παρατατικός | διαμέλιζα | διαμέλιζες | διαμέλιζε | διαμελίζαμε | διαμελίζατε | διαμέλιζαν / διαμελίζαν / διαμελίζανε |
| Αόριστος | διαμέλισα | διαμέλισες | διαμέλισε | διαμελίσαμε | διαμελίσατε | διαμέλισαν / διαμελίσαν / διαμελίσανε |
| Μέλλοντας | θα διαμελίζω / θα διαμελίσω | θα διαμελίζεις / θα διαμελίσεις | θα διαμελίζει / θα διαμελίσει | θα διαμελίζουμε / θα διαμελίσουμε | θα διαμελίζετε / θα διαμελίσετε | θα διαμελίζουν / θα διαμελίζουνε / θα διαμελίσουν / θα διαμελίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμελίσει | έχεις διαμελίσει | έχει διαμελίσει | έχουμε διαμελίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμελίσει | είχες διαμελίσει | είχε διαμελίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμελίσει / να διαμελίζω / να διαμελίσω | να έχεις διαμελίσει / να διαμελίζεις / να διαμελίσεις | να έχει διαμελίσει / να διαμελίζει / να διαμελίσει | να έχουμε διαμελίσει / να διαμελίζουμε / να διαμελίσουμε | να διαμελίζετε / να διαμελίσετε | να διαμελίζουν / να διαμελίζουνε / να διαμελίσουν / να διαμελίσουνε |
| Προστακτική | — | διαμέλιζε / διαμέλισε | — | — | διαμελίζετε / διαμελίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαμελίστηκαδιαμελίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →