διαμελιστικός
•
- που έχει σχέση με διαμελισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή συμβάλλει σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμελιστικός < διαμελίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμελιστικός | διαμελιστική | διαμελιστικό |
| Γενική | διαμελιστικού | διαμελιστικής | διαμελιστικού |
| Αιτιατική | διαμελιστικό | διαμελιστική | διαμελιστικό |
| Κλητική | διαμελιστικέ | διαμελιστική | διαμελιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμελιστικοί | διαμελιστικές | διαμελιστικά |
| Γενική | διαμελιστικών | διαμελιστικών | διαμελιστικών |
| Αιτιατική | διαμελιστικούς | διαμελιστικές | διαμελιστικά |
| Κλητική | διαμελιστικοί | διαμελιστικές | διαμελιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →