διαμετακομίζω
•
- μεταφέρω κάτι από ένα κράτος σε κάποιο άλλο μέσω ενός τρίτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμετακομίζω < δια- + μετακομίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transiter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαμετακομίζω | διαμετακομίζεις | διαμετακομίζει | διαμετακομίζουμε | διαμετακομίζετε | διαμετακομίζουν / διαμετακομίζουνε |
| Παρατατικός | διαμετακόμιζα | διαμετακόμιζες | διαμετακόμιζε | διαμετακομίζαμε | διαμετακομίζατε | διαμετακομίζαν / διαμετακομίζανε / διαμετακόμιζαν |
| Αόριστος | διαμετακόμισα | διαμετακόμισες | διαμετακόμισε | διαμετακομίσαμε | διαμετακομίσατε | διαμετακομίσαν / διαμετακομίσανε / διαμετακόμισαν |
| Μέλλοντας | θα διαμετακομίζω / θα διαμετακομίσω | θα διαμετακομίζεις / θα διαμετακομίσεις | θα διαμετακομίζει / θα διαμετακομίσει | θα διαμετακομίζουμε / θα διαμετακομίσουμε | θα διαμετακομίζετε / θα διαμετακομίσετε | θα διαμετακομίζουν / θα διαμετακομίζουνε / θα διαμετακομίσουν / θα διαμετακομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαμετακομίσει | έχεις διαμετακομίσει | έχει διαμετακομίσει | έχουμε διαμετακομίσει | έχετε διαμετακομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαμετακομίσει | είχες διαμετακομίσει | είχε διαμετακομίσει | είχαμε διαμετακομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαμετακομίσει / να διαμετακομίζω / να διαμετακομίσω | να έχεις διαμετακομίσει / να διαμετακομίζεις / να διαμετακομίσεις | να έχει διαμετακομίσει / να διαμετακομίζει / να διαμετακομίσει | να έχουμε διαμετακομίσει / να διαμετακομίζουμε / να διαμετακομίσουμε | να έχετε διαμετακομίσει / να διαμετακομίζετε / να διαμετακομίσετε | να διαμετακομίζουν / να διαμετακομίζουνε / να διαμετακομίσουν / να διαμετακομίσουνε |
| Προστακτική | — | διαμετακόμιζε / διαμετακόμισε | — | — | διαμετακομίζετε / διαμετακομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →