Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμετακομιστικός

/ði̯a.me.ta.ko.mi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διαμετακόμιση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • Το 1769, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη για τη σερβική πόλη Ζέμονα (Zemun, Semlin, Σεμλίνον) στην αψβουργική μεθόριο, κόμβο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Βαλκανίων και κεντρικής Ευρώπης με σημαντική ελληνική εμπορική παρουσία (Βάσω Σερενίδου, Το εργαστήριο του λόγιου, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2013, σελ. 24 https://helios.eie.gr/helios/bitstream/10442/19247/2/N01.132.0.pdf)

Ετυμολογία

διαμετακομιστικός (μαρτυρείται από το 1866)< διαμετακομίζω + -τικός < δια- + μετακομίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transitaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαμετακομιστικόςδιαμετακομιστικήδιαμετακομιστικό
Γενικήδιαμετακομιστικούδιαμετακομιστικήςδιαμετακομιστικού
Αιτιατικήδιαμετακομιστικόδιαμετακομιστικήδιαμετακομιστικό
Κλητικήδιαμετακομιστικέδιαμετακομιστικήδιαμετακομιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαμετακομιστικοίδιαμετακομιστικέςδιαμετακομιστικά
Γενικήδιαμετακομιστικώνδιαμετακομιστικώνδιαμετακομιστικών
Αιτιατικήδιαμετακομιστικούςδιαμετακομιστικέςδιαμετακομιστικά
Κλητικήδιαμετακομιστικοίδιαμετακομιστικέςδιαμετακομιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →