διαμετακόμιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμετακομίζω, η μεταφορά ενός εμπορεύματος ή αγαθού από μια χώρα σε μια άλλη μέσω τρίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαμετακόμιση μαρτυρείται από το 1833 ως διαμετακόμι(σις) > -ση, < διαμετακομί(ζω) + -ση < δια- + μετακομίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transit)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμετακόμιση | διαμετακομίσεις |
| Γενική | διαμετακόμισης | διαμετακομίσεων |
| Αιτιατική | διαμετακόμιση | διαμετακομίσεις |
| Κλητική | διαμετακόμιση | διαμετακομίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →