Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαμετακόμιση

/ði̯a.me.taˈko.mi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαμετακομίζω, η μεταφορά ενός εμπορεύματος ή αγαθού από μια χώρα σε μια άλλη μέσω τρίτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαμετακόμιση μαρτυρείται από το 1833 ως διαμετακόμι(σις) > -ση, < διαμετακομί(ζω) + -ση < δια- + μετακομίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transit)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαμετακόμισηδιαμετακομίσεις
Γενικήδιαμετακόμισηςδιαμετακομίσεων
Αιτιατικήδιαμετακόμισηδιαμετακομίσεις
Κλητικήδιαμετακόμισηδιαμετακομίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →