μετακομίζω
•
- αλλάζω σπίτι και μεταφέρω στο καινούργιο ό,τι είχα στο παλιό Βικιλεξικό
- μεταφέρω (οικοσκευή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετακομίζω < αρχαία ελληνική μετακομίζω < μετά + κομίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετακομίζω | μετακομίζεις | μετακομίζει | μετακομίζουμε | μετακομίζετε | μετακομίζουν / μετακομίζουνε |
| Παρατατικός | μετακόμιζα | μετακόμιζες | μετακόμιζε | μετακομίζαμε | μετακομίζατε | μετακομίζαν / μετακομίζανε / μετακόμιζαν |
| Αόριστος | μετακόμισα | μετακόμισες | μετακόμισε | μετακομίσαμε | μετακομίσατε | μετακομίσαν / μετακομίσανε / μετακόμισαν |
| Μέλλοντας | θα μετακομίζω / θα μετακομίσω | θα μετακομίζεις / θα μετακομίσεις | θα μετακομίζει / θα μετακομίσει | θα μετακομίζουμε / θα μετακομίσουμε | θα μετακομίζετε / θα μετακομίσετε | θα μετακομίζουν / θα μετακομίζουνε / θα μετακομίσουν / θα μετακομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετακομίσει | έχεις μετακομίσει | έχει μετακομίσει | έχουμε μετακομίσει | έχετε μετακομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετακομίσει | είχες μετακομίσει | είχε μετακομίσει | είχαμε μετακομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετακομίσει / να μετακομίζω / να μετακομίσω | να έχεις μετακομίσει / να μετακομίζεις / να μετακομίσεις | να έχει μετακομίσει / να μετακομίζει / να μετακομίσει | να έχουμε μετακομίσει / να μετακομίζουμε / να μετακομίσουμε | να έχετε μετακομίσει / να μετακομίζετε / να μετακομίσετε | να μετακομίζουν / να μετακομίζουνε / να μετακομίσουν / να μετακομίσουνε |
| Προστακτική | — | μετακόμιζε / μετακόμισε | — | — | μετακομίζετε / μετακομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →