διαμονή
•
- το να διαμένει κάποιος σε κάποιο μέρος Βικιλεξικό
- Η διαμονή του στο νησί θα συνεχιστεί.
- Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
- ο τόπος κατοικίας κάποιου Βικιλεξικό
- Ο τόπος διαμονής της παραμένει άγνωστος.
Ετυμολογία
διαμονή < αρχαία ελληνική διαμονή < διαμένω < διά + μένω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική résidence)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαμονή | διαμονές |
| Γενική | διαμονής | διαμονών |
| Αιτιατική | διαμονή | διαμονές |
| Κλητική | διαμονή | διαμονές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →