Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διανομή

/ði̯a.noˈmi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω Βικιλεξικό
  2. ταχυδρομείοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω Βικιλεξικό
    • διανομή αλληλογραφίας
  3. ειδικότεραη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω Βικιλεξικό
  5. πληροφορικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω Βικιλεξικό
  6. πληροφορικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διανέμω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διανομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διανομή < διανέμω < (διά) δια- + νέμω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιανομήδιανομές
Γενικήδιανομήςδιανομών
Αιτιατικήδιανομήδιανομές
Κλητικήδιανομήδιανομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →