διάρκεια
•
- η χρονική συνέχεια κατά την οποία συντελείται κάτι Βικιλεξικό
- Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
- Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα πολύ άγχος.
- η έκταση ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος Βικιλεξικό
- Η ταινία έχει διάρκεια 93 λεπτά.
- διαρκείας (γενική): που έχει πολλή διάρκεια και δεν έχει ισχύ μόνο για μια φορά Βικιλεξικό
- εισιτήριο διαρκείας
- γραμματικήγια τους χρόνους του ρήματος που δηλώνουν συνέχεια Βικιλεξικό
- εξακολουθητικός χρόνος
- μουσικήαξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάρκεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάρκεια < αρχαία ελληνική διαρκής & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική durée
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάρκεια | διάρκειες |
| Γενική | διάρκειας / διαρκείας | διαρκειών |
| Αιτιατική | διάρκεια | διάρκειες |
| Κλητική | διάρκεια | διάρκειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →