διαρκώ
•
- η ύπαρξη ενός φαινομένου, γεγονός ή κάποιου για ορισμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- η συναυλία διήρκεσε πάνω από πέντε ώρες
Ετυμολογία
διαρκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρκῶ, συνηρημένος τύπος του διαρκέω < δι- + ἀρκέω / ἀρκῶ
Άλλοι τύποι
διάρκεσαδιήρκεσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →