διασκέλισμα
•
- η βάδιση ή υπερπήδηση εμποδίου σε απόσταση ίση με το άνοιγμα των ποδιών ενός ανθρώπου. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασκέλισμα < μεσαιωνική ελληνική διασκέλισμα < διασκελίζω < (ελληνιστική κοινή) < διά + αρχαία ελληνική σκέλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασκέλισμα | διασκελίσματα |
| Γενική | διασκελίσματος | διασκελισμάτων |
| Αιτιατική | διασκέλισμα | διασκελίσματα |
| Κλητική | διασκέλισμα | διασκελίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →